
![]()


Δοκιμή Ηχείων Βάσης Fink Team μοντέλο “Kim”.

by Dimitris Stamatakos [Κείμενο/Φωτό: Δημήτρης Σταματάκος]
Λοιπόν, πριν ξεκινήσουμε με την δοκιμή του Kim, αξίζει τον κόπο να δούμε μερικά πράγματα γύρω από την υπόθεση “Fink”, το πρόσωπο και τις εταιρίες. Ο Karl-Heinz Fink είναι ένα από τα πιο βαριά ονόματα στον χώρο του Ευρωπαϊκού ηχείου και -τουλάχιστον στα μάτια του υποφαινόμενου- ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του ορθολογισμού στον χώρο (οι οποίοι δεν είναι και πολλοί -σημειώστε). Είναι ο ιθύνων νους πίσω από την Fink Audio Consulting, μια εταιρία η οποία προσφέρει υπηρεσίες ανάπτυξης και σχεδιασμού ηχείων σε άλλους κατασκευαστές. Πολλά και σημαντικά προϊόντα έχουν πίσω τους τον Fink, συχνά χωρίς να αναφέρεται ρητώς (αν και -μεταξύ μας- το όνομα του είναι, μάλλον, διαφήμιση). Η φυσική εξέλιξη της “Consulting” ήταν η “Team”, μια εταιρία κατασκευής ηχείων κάτω από το όνομα του Finκ. Συστήθηκε στο κοινό το 2016, με ένα εντυπωσιακό ηχείο δαπέδου, το WM4, ένα τρίδρομο θηρίο με βάρος λίγο κάτω από τα 140 κιλά, το οποίο ενσωμάτωνε τις απόψεις του ίδιου του Fink γύρω από το τί πρέπει να είναι ένα καλό ηχείο.
Την πρόθεση της Fink να παραμείνει στην κατασκευή δικών της ηχείων επιβεβαίωσε, μερικά χρόνια μετά, η παρουσίαση του Borg, μιας ακόμη σχεδίασης δαπέδου, δύο δρόμων αυτή τη φορά, καθώς επίσης και η απορρόφηση της Epos, κάτω από την ομπρέλα της εταιρίας. Η τελευταία προσθήκη στον μικρό κατάλογο προϊόντων της Team (η οποία διοικείται από τον Nobert Theisges, γνωστό Γερμανό ηχειά) είναι το Kim. Το Kim είναι ένα ηχείο βάσης, λογικών διαστάσεων, το οποίο απευθύνεται σε ένα κοινό με μικρότερους σε όγκο χώρους που, επίσης, θα ήθελε κάτι περισσότερο οικονομικό. Με άλλα λόγια, απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό, σε σύγκριση με τα WM4 και Borg.

Ένα μικρό Borg;
Μια με το Borg (Resistance is Futile), μια με το Kim (Harry Kim – Voyager), δε θέλει και πολύ να αρχίσει η φαντασία των απανταχού φανατικών του Star Trek να οργιάζει. Η Fink Team δεν αναφέρει, βεβαίως, κάποιο συσχετισμό στις ονομασίες των ηχείων της με την ιστορική τηλεοπτική σειρά, αλλά αν βγάλουν υπογούφερ και το ονομάσουν Vulcan, θα αρχίσουμε να τους υποψιαζόμαστε σοβαρά…
Σε κάθε περίπτωση, το Kim είναι ένα ηχείο δύο δρόμων, δύο μεγαφώνων, το οποίο συνοδεύεται από μια βάση που του δίνει το σωστό ύψος και την σωστή κλίση (υπάρχουν λόγοι για αυτό το πάντρεμα, θα τους δούμε λίγο πιο κάτω στο κείμενο). Από πλευράς αισθητικής και δομής, πράγματι το Kim φαίνεται να κληρονομεί αρκετά από τα στοιχεία του Borg, όπως είναι η διαμόρφωση της μπάφλας και το τουίτερ, παραμένει όμως μια πιο απλή σχεδίαση (προφανώς για να διατηρηθεί κάποιος έλεγχος στο κόστος).
Η απόδοση των χαμηλών συχνοτήτων γίνεται από ένα γούφερ 8 ιντσών, με πηνίο φωνής 38 χιλιοστών και κλασική, ελαστική ανάρτηση. Η χρήση της ανάρτησης αυτής διαφοροποιεί το Kim από τα άλλα ηχεία της Fink, τα οποία χρησιμοποιούν ανάρτηση από ύφασμα (διαμορφωμένο κυματοειδώς), αλλά το υλικό του κώνου παραμένει το, αγαπημένο, χαρτί της Fink.

Το φάσμα ψηλά, αποδίδεται από ένα τουίτερ τεχνολογίας AMT (Air Motion Transformer) το οποίο σχεδιάζει η ίδια η Fink και κατασκευάζεται με την βοήθεια της Mundorf. Το διάφραγμα αποτελείται από Kapton και αγωγούς από αλουμίνιο (25μm και 50μm αντιστοίχως) και το ύψος του είναι 110mm, ένα αρκετά μεγάλο νούμερο σε σχέση με το μέγεθος της μπάφλας. Υπάρχει λόγος βεβαίως: Το μεγάλο ύψος μειώνει την ακτινοβολία εκτός άξονα στο κατακόρυφο επίπεδο, μειώνοντας αναλόγως την ένταση των ανακλάσεων από το δάπεδο και την οροφή, ενώ η ομαλή οριζόντια διασπορά (για την οποία τα AMT είναι γνωστά), εξασφαλίζει συνθήκες για καλύτερη στερεοφωνική εικόνα. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο το τουίτερ πρέπει να “κοιτάζει” τον ακροατή (δηλαδή το ηχείο να βρίσκεται στο σωστό ύψος), επομένως η σωστή βάση είναι απαραίτητη. Ο δεύτερος, σχετίζεται, επίσης με το τουίτερ, το οποίο είναι χρονικώς ευθυγραμμισμένο με το γούφερ, μέσω του κροσόβερ. Αυτό γίνεται με ένα ολοπερατό φίλτρο στον κλάδο των υψηλών συχνοτήτων, όπου δημιουργείται η απαραίτητη διαφορά φάσης. To time alignment ισχύει για συγκεκριμένη θέση του ηχείου, οπότε -και εδώ- η βάση είναι σημαντική.
Το ίδιο το φίλτρο είναι τέταρτης ακουστικής τάξης, Linkwitz-Riley, με υλικά της Mundorf και πηνία αέρα. Ο χρήστης μπορεί να επέμβει (ελαφρώς) στα χαρακτηριστικά του φίλτρου, μέσω δύο ρυθμιστικών, ένα για τις υψηλές συχνότητες (ώστε να προσαρμόζεται στην ανακλαστικότητα του κάθε χώρου) και ένα για την αντίσταση, η οποία επιτρέπει την βέλτιστη συνεργασία του με ενισχυτές που έχουν διαφορετικούς συντελεστές απόσβεσης (δηλαδή διαφορετικές αντιστάσεις εξόδου). Εδώ, η Fink, προφανώς, “κλείνει το μάτι” σε κατόχους λαμπάτων, οι οποίοι, με βάση τα δημοσιευμένα χαρακτηριστικά (5.9Ω ελάχιστη αντίσταση και 86dBSPL/2.83V ευαισθησία) δεν είναι εκτός συζήτησης για την οδήγηση του Kim.
Η καμπίνα του ηχείου, παρά τις περιορισμένες του διαστάσεις, βασίζεται στις ιδέες της εταιρίας, όπως αυτές έχουν εφαρμοστεί στα δύο μεγαλύτερα μοντέλα. Αυτό σημαίνει, κατά βάσιν, τρία πράγματα: Τοιχώματα και δομή από επάλληλες στρώσεις MDF μεταξύ των οποίων τοποθετείται συγκολλητική ουσία με υψηλές δυνατότητες συντονισμού, διαμόρφωση της μπάφλας για μείωση των περιθλάσεων (το πλάτος της μειώνεται σημαντικά, γύρω από το τουίτερ) και μια στρατηγική ελαχιστοποίησης των εσωτερικών κραδασμών/συντονισμών, η οποία περιλαμβάνει μελετημένες εσωτερικές ενισχύσεις (με βάση την κλασική μέθοδο ανάλυσης πεπερασμένων στοιχείων), καθώς επίσης και την αντικατάσταση του παραδοσιακού ηχοαπορροφητικού υλικού με συντονιστές Helmholtz (κοιλότητες με στόμιο, οι οποίες είναι συντονισμένες σε συγκεκριμένες συχνότητες).

Οι εσωτερικές ενισχύσεις έχουν μια αρχιτεκτονική η οποία ονομάζεται “μονής διάστασης” (one-dimensional) κάτι που -απλώς- σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιούνται πολύπλοκες δομές στο εσωτερικό του ηχείου, απλώς δοκοί που ενώνουν ζεύγη παράλληλων πλευρών. Η φόρτιση του γούφερ είναι bass reflex αλλά, φυσικά -και σε αυτό το σημείο- η Fink έχει κάνει το βήμα παραπάνω: ο αυλός εκτόνωσης δεν είναι κλασσικός σωλήνας αλλά διαμορφώνεται από την ίδια την καμπίνα και περιλαμβάνει έναν ακόμη συντονιστή Helmholtz, ο οποίος απορροφά τον συντονισμό του ίδιου του αυλού, μια τεχνική την οποία οι της Fink ονομάζουν CleanPort.
Η σύνδεση του ηχείου με τον ενισχυτή γίνεται μέσω ενός ζεύγους ακροδεκτών, οι οποίοι μας φάνηκαν πολύ υψηλής ποιότητας και είναι κατασκευασμένοι από μασίφ χαλκό επιμεταλλωμένο με νικέλιο.

Fink Team μοντέλο “Kim” στο χώρο επίδειξης της Studio Hi-Fi Diapason, μαζί με high-end audio ενισχυτές της Burmester Audio, Symphonic Line αλλά και της Unison Research (με λυχνίες). Πικάπ-βραχίονας-κεφαλή & phono-stage από την Clearaudio ενώ στα ψηφιακά οι νέοι streamers/μετατροπείς της Audiolab UK – παντού καλωδιώσεις από την Nordost !
Στην πράξη…
Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε το Kim στον χώρο του Diapason Hi-Fi του Χρήστου Κοψιά (ο οποίος αντιπροσωπεύει την εταιρία στην ελληνική αγορά). Ο χώρος έχει υποστεί σημαντικές αναβαθμίσεις και έχει αποκτήσει καλύτερη και πιο φιλική στον ακροατή διαμόρφωση, με φροντισμένη ακουστική. Το σύστημα περιελάμβανε ένα ζευγάρι προ/τελικού της Burmester στην θέση του ενισχυτή (Burmester 835 και 911, αντιστοίχως) και το νέο streamer της σειράς 9000 της Audiolab. Τα καλώδια σύνδεσης ήταν Nordost της σειράς Tyr, ενώ η τροφοδοσία των συσκευών υποστηριζόταν από την Isotek (Aquarius).
Η εντύπωση που σου δημιουργεί το Kim, όταν το ακούσεις για πρώτη φορά, είναι ότι πρόκειται για ένα ηχείο με μεγαλύτερες διαστάσεις. Το οκτάιντσο γούφερ, προφανώς, παίζει το ρόλο του εδώ, αλλά περισσότερο είναι η δυνατότητά του να παίξει σε αρκετά υψηλές στάθμες χωρίς προβλήματα αυτό που θα σε εντυπωσιάσει, μαζί με την τονική του ισορροπία, η οποία δημιουργεί μια πολύ πειστική αίσθηση έκτασης χαμηλά, που δεν την περιμένεις με βάση τα όσα βλέπεις. Το Kim θα νοιώσει άνετα σε μικρούς και μεσαίους χώρους τους οποίους (με δεδομένο τον σωστό ενισχυτή) θα γεμίσει με άνεση, χωρίς προβλήματα συμπίεσης. Αυτά, ως πρώτη εντύπωση, επειδή το Kim, όπως αποδείχθηκε, έχει και άλλα ταλέντα.
Μπαίνοντας στις λεπτομέρειες, αφού εντυπωσιαστείς από την δυνατότητα του ηχείου να επιβάλλεται στον χώρο, έρχεται σε πρώτο πλάνο η στερεοφωνική εικόνα που είναι σε θέση να δημιουργήσει. Εξαφανίζεται πολύ εύκολα (δείγμα ότι η καμπίνα έχει, πράγματι, μικρές περιθλάσεις) και το sound stage που δημιουργεί έχει πολύ καλό πλάτος και σαφήνεια (παρά το γεγονός ότι στο στήσιμο που ακούσαμε η απόσταση των ηχείων ήταν αρκετά μεγάλη). Ο εστιασμός των ακουστικών αντικειμένων ήταν εξαιρετικός με σταθερές θέσεις στον χώρο, πολύ καλό αέρα και αίσθηση κίνησης ενώ και το βάθος ενθουσίασε. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μια σκηνή πολύ ρεαλιστική, η οποία θα αξιοποιήσει αναλόγως μια καλή παραγωγή. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι η Fink κατάφερε να δημιουργήσει ένα ηχείο με τα θετικά των μικρών διαστάσεων (σε θέματα εικόνας), χωρίς να κάνει μεγάλες θυσίες σε θέματα έκτασης χαμηλά.

Το παραπάνω σχόλιο μας φέρνει στο θέμα της τονικής ισορροπίας και, κατ’ επέκτασιν, στην απόδοση των χαμηλών συχνοτήτων. Εδώ το Kim μας εξέπληξε ευχάριστα. Εννοείται ότι δεν αποδίδει το κατώτατο όριο του φάσματος (δεν το περιμένεις κιόλας), αλλά γρήγορα ανακαλύπτεις ότι αυτό δεν ενοχλεί, επειδή -σε αντιστάθμισμα- σου προσφέρει μια εξαιρετική αίσθηση ηρεμίας και ομοιογένειας, όντας γρήγορο και καθαρό χωρίς να υπερβάλλει. Στην πραγματικότητα, δεν μας έλειψαν και πολλά πράγματα (στην πράξη, μάλλον λίγα: κάποια ακραία περάσματα ηλεκτρονικών ήχων, κυρίως) ενώ, αντιθέτως, πήραμε πολύ καλή περιγραφή των όγκων και του παλμού των οργάνων, με ζωηρή απόδοση του ρυθμού ο οποίος φάνηκε να υπογραμμίζεται ευγενικά, όσο πρέπει, για να τραβήξει την προσοχή σου. Το Kim ακούστηκε σφιχτό και ρυθμικό με καλό γέμισμα, χωρίς να εκτίθεται με τεχνητή έμφαση μιας περιοχής που -εκ κατασκευής- δεν την έχει.
Η αίσθηση της ομοιογένειας επιτείνεται από την, κατά τα φαινόμενα, καλή συνεργασία των δυο μεγαφώνων, στην μεσαία περιοχή (το γούφερ φτάνει μέχρι τα 2.2kHz). Το Kim φαίνεται να επιλέγει την ακρίβεια εδώ, με τα όργανα της περιοχής να αποδίδονται με διαφάνεια και πολύ καλή απόδοση των δυναμικών. Δεν μας καταπίεσε ποτέ, ακόμη και σε υψηλές στάθμες και δείχνει να είναι ένα ηχείο που θα δώσει λεπτομέρεια και layering, δεν θα κρύψει τίποτα από την ηχογράφηση και θα παραμείνει ευγενικό και ευχάριστο, χωρίς να είναι θαμπό ή αχρείαστα ευφωνικό. Οι φωνές δεν είναι απλώς παρούσες, ακούγονται πραγματικά ζωντανές, στον χώρο, απέναντί σου, με πολύ καλή άρθρωση και ηχοχρώματα. Το ηχείο μπορεί να εξαφανίζεται πανεύκολα από τον χώρο, αλλά αφήνει πίσω του μερικές πραγματικά εξαιρετικές εικόνες!

Η περιοχή των υψηλών συχνοτήτων είναι, ίσως, από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές του ηχείου. Εδώ η Fink (ελέγχοντας την κατασκευή του τουίτερ) φαίνεται ότι έχει πάρει σαφείς αποφάσεις: Ο χαρακτήρας του ηχείου είναι ευχάριστος και φιλικός στο αυτί, χωρίς να στερεί την λεπτομέρεια. Με έκταση (στα χαρακτηριστικά) που φθάνει τα 25kHz (-10dB), οι υψηλές συχνότητες δεν λείπουν και δεν νοιώσαμε ότι “χάνουμε” λεπτομέρεια, αλλά αυτό που πραγματικά λάμπει δια της απουσίας του είναι κάθε ίχνος τραχύτητας και το ηχείο δεν δείχνει να πιέζεται ή να πιέζει καθόλου, αφήνοντας τον ακροατή στην ησυχία του, να απολαύσει την μουσική του, συμπληρώνοντας με ιδανικό τρόπο τον ξεκούραστο χαρακτήρα που, εμφανώς, έχει επιλεγεί συνολικά για το ηχείο.

![]()
Συμπέρασμα
Χωρίς να έχουμε ακούσει τα μεγαλύτερα μοντέλα της εταιρίας (μόνο σε εκθέσεις, κάτι που δεν μετράει, φυσικά), η εντύπωση που μας δημιουργήθηκε (με βάση τα όσα αναφέρει και η ίδια η εταιρία) είναι ότι το Kim είναι, πράγματι, μια συνεπής προς τις αρχές της Fink υλοποίηση, ένα επιτυχημένο down-scaling των μεγαλύτερων μοντέλων της εταιρίας. Γρήγορο, διαυγές, με πολύ σοβαρές δυνατότητες σε θέματα τονικής ισορροπίας και στερεοφωνικής εικόνας, είναι ένα πραγματικά πολύ καλό ηχείο βάσης (μαζί με τη βάση του!) το οποίο θα νοιώσει άνετα σε μικρούς και μεσαίους χώρους. Πρόκειται για μια πολύ καλή επιλογή για όσους αναζητούν ένα ηχείο απαιτήσεων αλλά έχουν περιορισμούς εξ αιτίας του χώρου στο οποίο θα το τοποθετήσουν. Προτείνουμε να το ακούσετε οπωσδήποτε!

![]()
Τιμή FINK Team model “Kim”: 11.900,- €
![]()
FINK Team Αντιπροσωπεία – Διάθεση – Ακροάσεις














