music-miles-seven-steps-frontcover

Music

Miles Davis – Seven Steps to Heaven 

[Analogue Productions APJ 8851 200 Gram Vinyl LP  1963 / 2017]


music-miles-seven-steps-frontcover

 

   Υπήρξαν πολλοί σπουδαίοι καλλιτέχνες που πρόσθεσαν το λιθαράκι τους στο τζαζ οικοδόμημα, από την εποχή των θεμελίων, κοντά έναν αιώνα πίσω, ως και τις μέρες μας. Χιλιάδες κτίστες και δεκάδες μάστορες, ατελείωτες ώρες εξάσκησης και πρακτικής, ιδρώτας και σκληρός αγώνας για την επιβίωση, ως την στιγμή της καταξίωσης. Ανάμεσα τους, μετρημένοι στα δάκτυλα, οι οραματιστές και οι αρχιτέκτονες. Εκείνοι που έδειξαν τον δρόμο και τον τρόπο για την επόμενο όροφο, το νέο βήμα, την διαφορετική θέα από πιο ψηλά. Αναρωτιούνται πολλοί ποιο  είναι αυτό το στοιχείο που ξεχωρίζει τον Miles Davis από τους υπόλοιπους πιονέρους της jazz και εκτιμώ πως στην πραγματικότητα πρόκειται για δυο και όχι για ένα στοιχείο. Αρχικά, η τεράστια περσόνα, ο ηγετικός και σκληρός χαρακτήρας του ανδρός. Ο Miles υπήρξε από γεννησιμιού του ένας μοναδικός leader. Ήταν εκείνος που έβγαλε την τζαζ από τα στενά, σχεδόν περιθωριακά της όρια, και την έβαλε σε κάθε σπίτι, διεύρυνε τα σύνορα και της πρόσφερε ένα ευρύτερο ακροατήριο που χωρίς την δική του εικόνα, πιθανότατα δεν θα αποκτούσε ποτέ.

 Σε ότι αφορά αυτήν καθ’ εαυτήν την τζαζ, ο Davis ήταν παρών και πρωταγωνιστής σε κάθε εξέλιξη της φόρμας. Από τα μέσα των forties και την χαραυγή του bebop, ως την δεκαετία του ογδόντα και το πάντρεμα της mainstream jazz με το hip hop, ο αρχιτέκτονας ήταν εκεί, ενεργός, επιδραστικός, καινοτόμος, ακμαίος ή και λιγότερο ακμαίος, μα σε κάθε περίπτωση εκεί…

    Παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, εξίσου βιογραφικό και μουσικολογικό, να ακολουθήσει κάποιος την διαδρομή του Davis, να αναζητήσει τις κρίσιμες καμπές και να τις εξηγήσει. Επιχειρώντας κάτι τέτοιο δε, ακούγοντας παράλληλα τα δισκογραφικά του βήματα, καθιστά το ταξίδι απείρως γοητευτικό, σχεδόν μυθιστορηματικό.

    Ας επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο εν συντομία, με αφορμή την κυκλοφορία πριν λίγους μήνες του Seven Steps to Heaven, από την κορυφαία εταιρία επανεκδόσεων Analogue Productions. Ο Miles βρισκόταν σε ένα κρίσιμο όσο και δυσάρεστο μονοπάτι στις αρχές των sixties. Το Kind of Blue είχε μεν γράψει ιστορία, τα απόνερα του όμως δεν ήταν και τόσο διάφανα. Ο John Coltrane αποχώρησε πρώτος στα μέσα του 1960 για να ηγηθεί του δικού του κουαρτέτου και χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να βρεθεί ένας ικανός αντικαταστάτης αυτού του τεράστιου σαξοφωνίστα. Ένα ακόμα δυνατό χτύπημα ήρθε στα τέλη του 1962 όταν ο Wynton Kelly αποχαιρετά τον Miles, συμπαρασύροντας μαζί του τον Paul Chambers και τον Jimmy Cobb. To πρώτο μεγάλο Miles Davis Quintet που έγραψε ιστορία με χρυσά γράμματα μέσα στο ’50 είχε ξεκληριστεί. Ο Miles είχε βρεθεί χωρίς μπάντα, υποχρεωμένος να αναβάλλει προγραμματισμένες συναυλίες και να ξοδεύει τον χρόνο του αναζητώντας καινούργιους συμπαίκτες. Παράλληλα δοκιμαζόταν στην προσωπική του ζωή. Αφόρητοι πόνοι στον γοφό, εκτεταμένη χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών, άσκηση βίας εις βάρος της Frances Taylor, συζύγου του ως και το 1968.

 Δεν το αποκαλείς και ιδανικές συγκυρίες…

 Με αυτά και μ’ αυτά, ο Davis βρίσκει στα πρόσωπα των George Coleman και Ron Carter δυο μουσικούς εμπιστοσύνης στην Νέα Υόρκη και έπειτα από auditions στην δυτική ακτή προσθέτει στην μπάντα τους Victor Feldman και Frank Butler. Αυτό το σχήμα μπήκε στο Columbia Studios του Los Angeles για να ηχογραφήσει το Seven Steps to Heaven. Ήταν 16 Απριλίου του 1963 και το κουιντέτο ηχογράφησε 7 κομμάτια.

 Από αυτά, τα έξι προκρίθηκαν από τον παραγωγό Teo Macero για να γεμίσουν τα αυλάκια του νέου δίσκου. Τρεις μπαλάντες και τρία bop, από την ερμηνεία των οποίων όμως ο ελιτιστής Davis δεν μένει ικανοποιημένος και επιβάλλει την εκ νέου ηχογράφηση τους. Αυτήν την φορά στην Νέα Υόρκη. Ο Victor Feldman ήταν ένας εξαιρετικός πιανίστας, στο πρόσωπο του οποίου ο Miles έβλεπε τον διάδοχο του Bill Evans. Υπέροχος cool ήχος στα πλήκτρα και δυνατή συνθετική πένα, η επίδραση του άλλωστε στο Seven Steps to Heaven αναμφίβολα το μαρτυρά. Όμως ο χαλαρός Feldman δεν είχε την διάθεση να μετακομίσει στην Νέα Υόρκη και αρνήθηκε την προοπτική της θέσης στο νέο γκρουπ του Davis, ο οποίος χρειαζόταν έναν πιο δυναμικό ντράμερ να τον σπρώχνει, από τον ήπιων τόνων Frank Butler. Μετά από μια σύντομη έρευνα στο Μεγάλο Μήλο, ο Miles φέρνει στο φημισμένο Columbia 30th Street Studios τον νεαρό πιανίστα Herbie Hancock και τον δεκαεπτάρη καταιγιστικό ντράμερ Tony Williams. Αυτό το σχήμα έγραψε στις 14 Μαίου τα τρία κομμάτια που τελικά μπήκαν στο άλμπουμ, την μοναδική στούντιο ηχογράφηση του συγκεκριμένου κουιντέτου. Δεκαοκτώ μήνες αργότερα, το κυνήγι του Davis στον σαξοφωνίστα των Jazz Messengers πιάνει τόπο και ο Wayne Shorter αντικαθιστά τον συμπαθητικό George Coleman. To δεύτερο μεγάλο Miles Davis Quintet θα αποκτούσε υπόσταση και θα έγραφε μερικούς από τους κορυφαίους straight ahead jazz δίσκους όλων των εποχών. Μια πρώτη ιδέα της καταιγίδας που ερχόταν παίρνει ο ακροατής στα τρία δυναμικά κομμάτια του Seven Steps, εκείνα της Νέας Υόρκης, τον Μάιο του 63. Τι θα γινόταν αν ο Feldman είχε αποδεχθεί την πρόταση του Miles ένα μήνα νωρίτερα, δεν θα το μάθουμε ποτέ.

    Έχοντας αυτά ως δεδομένο, οι κριτικοί του μέλλοντος θεώρησαν το Seven Steps to Heaven ως την δισκογραφική μετάβαση του Davis από το πρώτο σπουδαίο κουιντέτο στο δεύτερο. Κατά τα τέσσερα πέμπτα του γκρουπ, πράγματι έχουν δίκιο. Ακούγοντας με προσοχή όμως το άλμπουμ στο σύνολο του, η ζυγαριά γέρνει ξεκάθαρα προς την ατμόσφαιρα, τα μοτίβα και τα ηχοχρώματα της προηγούμενης περιόδου και είναι μόνο κάποιες ιδέες σκορπισμένες μέσα στα αυλάκια που σε προτρέπουν να συνδεθείς με τις μουσικές της περιόδου 1965 – 1968. Μην λησμονούμε την τεράστια επιρροή που άσκησε ο Wayne Shorter – και βεβαίως ο Hancock – στις συνθετικές φόρμες του δεύτερου κουαρτέτου.

  Στο εν λόγω album, ο μεν George Coleman διαδραματίζει έναν λιγότερο σημαντικό ρόλο – άλλωστε στις τρεις μπαλάντες είναι απών – κυρίως δε ο Victor Feldman αποδεικνύεται ένας πανάξιος συνεχιστής του ποιητικού λόγου του Evans, σε βαθμό τόσο υψηλό που να δικαιολογεί την εμπιστοσύνη του ίδιου του Davis στο πρόσωπο του. Ο ντελικάτος και ευγενικός πιανίστας καθοδηγεί ιδανικά την muted τρομπέτα του Davis στο Basin Street Blues – εκπληκτικής τρυφερότητας ερμηνεία στο standard του Louis Armstrong – και βέβαια στο I Fall in Love Too Easily – μεγάλη επιτυχία του Sinatra -, που κλείνει την πρώτη πλευρά. Ενδιάμεσα βρίσκεται το ομότιτλο του δίσκου κομμάτι, μια από τις δυο συνθέσεις του Feldman στο άλμπουμ. Πρόκειται για ένα υπέροχο και φλογερό bebop, με τα κύμβαλα και το πιάνο να καλωσορίζουν τα δυο πνευστά, πριν επιδοθεί στο πρώτο δυναμικό του σόλο ο Miles. Η τριπλέτα Hancock – Carter – Williams κοχλάζει, συμπαρασύροντας τον Davis σε θυελλώδεις καταστάσεις. Είναι τα πρώτα δισκογραφημένα δυόμιση λεπτά των τεσσάρων παικτών, και είναι αρκετά για να συνειδητοποιήσει κανείς την επίδραση που θα ασκήσει έκτοτε ο ασυγκράτητος νεαρός Tony Williams στην μουσική του Μάιλς Ντέιβις. Μετά την σύντομη ντραμ σόλο γέφυρα, έρχεται η ώρα του George Coleman και του Herbie Hancock για τις δικές τους σολιστικές γραμμές, με το κομμάτι να ολοκληρώνεται με τους μουσικούς να επαναφέρουν μαζί πλέον την βασική μελωδία.

 Το So Near So Far που ανοίγει την δεύτερη πλευρά αποτελεί σύνθεση δυο Βρετανών μουσικών, που έφερε στο στούντιο ο  Φέλντμαν. Πρόκειται για ένα όμορφο hard bop κομμάτι με ένα θαυμάσιο σόλο στο πιάνο από τον Hancock, μα και ένα μάλλον στερεότυπο και άτολμο από το σαξόφωνο του Coleman. Υπέροχος εκ νέου ο τόνος του σπουδαίου Davis. Πίσω στο Hollywood, επιστροφή στις μπαλάντες, mute ξανά στην τρομπέτα του Miles, ατόφιος ιμπρεσιονισμός από τα πλήκτρα και εξαίρετη υποστήριξη από το δίδυμο Carter – Butler. Η επιτομή του cool αναμφίβολα, φόρμα που καθιέρωσε άλλωστε τούτος ο τεράστιος καλλιτέχνης και απέδωσε καλύτερα από τον καθένα. Το Baby Won’t you Please Come Home είναι ένα υπέροχο after hour κομμάτι. Με το Joshua κλείνει ο δίσκος με τον πλέον ευπρόσδεκτο τρόπο. Ένα επτάλεπτο bebop κομψοτέχνημα που αφήνει χώρο στους δύο πνευστούς και τον πιανίστα να εκφραστούν και να αποχαιρετίσουν με τον καλύτερο τρόπο μια ολόκληρη εποχή. Με την άφιξη του Wayne Shorter έναν χρόνο αργότερα, το Miles Davis Quintet θα αποχωριζόταν σταδιακά την κλασική bop φόρμα και θα αναζητούσε την ευδαιμονία σε περισσότερο περιπετειώδη και avant garde μονοπάτια,

      Η Analogue Productions επανέκδοσε το σπουδαίο και αδίκως υποτιμημένο Seven Steps to Heaven σε διπλό βινύλιο 45 στροφών το 2010 και επανήλθε σε αυτό τους πρώτους μήνες του ’17 για μια έκδοση στις 33 στροφές καθαρού βινυλίου 200 γραμμαρίων. Την δουλειά του 2010 είχε αναλάβει ο George Marino και το 180 γραμμαρίων βινύλιο είχε κοπεί στο RTI. Φέτος, το remastering έγινε από τον Ryan Smith στο Sterling Sound και η κοπή έγινε στο QRP. Και οι δυο εκδόσεις είναι εξαιρετικές από ηχητικής πλευράς, όμως παρατηρήθηκε αστοχία στην εργασία του RTI, με πολλές κόπιες της σειράς να παρουσιάζουν θόρυβο επιφανείας ανεπίτρεπτο για τόσο ακριβή παραγωγή. Αντίθετα, η φετινή δουλειά στο QRP πήγε πολύ καλύτερα, με την κόπια του τεστ να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό. Η επιφάνεια είναι απολύτως ήσυχη με αποτέλεσμα και η παραμικρή ηχητική λεπτομέρεια να φτάνει στα αυτιά του ακροατή. Για καλή μας τύχη οι μαγνητοταινίες του Seven Steps to Heaven παραμένουν σε καλή κατάσταση και έτσι ο Smith φέρνει στο φως έναν μεγαλοπρεπή, ζεστό και υψηλής πιστότητας ήχο, με θαυμάσια στερεοφωνική εικόνα και κορυφαία δυναμικά σώματα. Η τρομπέτα στην μέση της σκηνής έχει έναν ήχο φυσικό και ευχάριστο, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο Davis καταφεύγει στις υψηλές περιοχές του οργάνου του, δοκιμάζοντας τόσο την ευαισθησία των αυτιών, όσο και τις δυνατότητες του συστήματος. Το πιάνο αριστερά είναι κελαριστό και ζωντανό, με ένα κλικ παραπάνω να δίνω στην ακουστική του studio της Νέας Υόρκης, σε σύγκριση με εκείνο του Hollywood. Απολαυστικό και χορταστικό είναι το σώμα του μπάσου, και αψεγάδιαστα τα κύμβαλα του drum kit, κρυστάλλινα, ξεκούραστα και φυσικά. Ότι ακριβώς προσδοκά κάποιος που επενδύει ένα σεβαστό ποσό σε ηχοσύστημα και ηχητικό υλικό αναφοράς.

  Εσχάτως η Analogue Productions επιμελείται τα εξώφυλλα των δίσκων της με πολύ καλύτερο τρόπο, αν σκεφτεί κανείς τα πολύ ταπεινά χαρτόνια που χρησιμοποιούσε για χρόνια σε ακριβές εκδόσεις διπλού βινυλίου. Πλέον τα jackets κατασκευάζονται στο κορυφαίο Stoughton Printings και η διαφορά είναι εύλογα τεράστια. Το μονό Seven Steps to Heaven απολαμβάνει ένα υψηλής ποιότητας gatefold tip-on εξώφυλλο με τις τέσσερις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Miles Davis να κοσμούν το εσωτερικό του.

 Μια μικρή λεπτομέρεια που με ενόχλησε; Η στάμπα του QRP στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ, ακριβώς δίπλα στην αναφορά των κομματιών. Άστοχη και περιττή η προσθήκη.

  Αντιθέτως, μόνο ως άστοχη δεν θα περιέγραφα την απόκτηση αυτού του album, στην συγκεκριμένη audiophile έκδοση του. Ο δίσκος δεν έχει την φήμη άλλων του μεγάλου καλλιτέχνη, ακούγοντας τον όμως με όλη του την μεγαλοπρέπεια από το βινύλιο της A.P. συνειδητοποιείς πως πρόκειται για έναν ελκυστικό και απολαυστικό Miles, που στέκεται με υπερηφάνεια στο ράφι σου δίπλα στο best seller Kind of Blue.

 

Ήχος: 4.5/5

Διάθεση δισκοκριτικής σε 200 gram. LP Version (Analogue Productions): Chameleon Audio

chameleon-logo-2016